Τρίτη, Μαΐου 18, 2010

-Την πολιτιστική σας ταυτότητα παρακαλώ.... Συλλαμβάνεστε.



Το ζήτημα που ονομάζεται «πολιτιστική ταυτότητα» έχει ως προσφιλές πεδίο μάχης την τέχνη της μουσικής.

Η λογοτεχνία για παράδειγμα, έχοντας ως προφανές και οριοθετημένο εκφραστικό εργαλείο τη γλώσσα του λογοτέχνη, αυτομάτως, με κριτήριο την εθνικότητα της γλώσσας, επιλύει το ζήτημα της εθνικής υπόστασής της. Κατ’ αυτόν τον τρόπον, ήδη από την εποχή των μεσαιωνικών ρομάντζων, η γλώσσα και όχι η φόρμα, όχι το λογοτεχνικό είδος, όχι το ύφος, είναι το κριτήριο για να προσμετρηθεί ένα ποίημα στην ελληνική παραγωγή. Ο Ερωτόκριτος, ως είδος και ως φόρμα, αλλά και δια του ύφους του, ενώ ανήκει στα μεσαιωνικά ρομάντζα της ιπποσύνης, διά της γλώσσας θεωρείται ελληνική ποίηση. Το ανάλογο ισχύει και για τα σονέτα. Το σονέτο είναι ένα ιταλικό είδος ποίησης (πρωτοεμφανίστηκε τον 13ο αιώνα, εξαπλώθηκε στην Ευρώπη και επιβίωσε για αιώνες - στην φόρμα του γράφαν ποιητές ακόμα και της ρομαντικής εποχής). Αλλά ένα σονέτο στην ελληνική γλώσσα θεωρείται ελληνική ποίηση. Τόσο ελληνική όσο και ένα δημοτικό τραγούδι.

Με τη ζωγραφική πάλι, το ζήτημα δεν τίθεται καν. Η προσωπικότητα του Γκρέκο έχει ήδη από την εποχή της Αναγέννησης ακυρώσει κάθε δίλλημα στις νεοελληνικές συνειδήσεις έστω και εάν ο Κόντογλου προσπάθησε να ξαναθέσει το ζήτημα. Το ίδιο το ρεύμα της Αναγέννησης, άλλωστε, λόγω της ελληνοκεντρικότητάς του βρίσκεται στο απυρόβλητο, και ως προπάτορας θεωρούμενο των εικαστικών ρευμάτων που ακολουθούν έως και τα τέλη του 19ου αιώνα, απαλλάσσει και αυτά από κάθε κατηγορία. Οπότε, η ζωγραφική του Λύτρα θεωρείται ελληνική, δημιουργώντας το κεκτημένο για κάθε έργο Έλληνα ζωγράφου ή εικαστικού να θεωρείται ελληνικό, χωρίς κανένα άλλο κριτήριο πλην της καταγωγής του ζωγράφου.

Με τον χορό τα πράγματα ακόμα πιο απλά. Υπάρχουν οι δημοτικοί, οι λαϊκοί, οι μοντέρνοι χοροί, και … ο χορός. Αλλά δεν νοιάζεται κανένας - δυστυχώς ο χορός δεν έχει αποκτήσει ακόμα την παρουσία που του αξίζει, παρότι υπάρχουν πολλοί αξιολογοι δημιουργοί.  Περίπου έτσι είναι τα πράγματα και στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Μοιάζει να είναι σαφές στον καθένα ότι ελληνικό είναι ένα έργο αν προέρχεται από Έλληνες δημιουργούς, τουλάχιστον κατά πλειοψηφία, όπως συμβαίνει και με τις ελληνικές ομάδες μπάσκετ που μας γεμίζουν εθνική περηφάνια όταν παίζουν στο φάιναλ φορ. Μπορεί τα ζητήματα πολιτιστικής ταυτότητας να απασχολούν τους δημιουργούς, όχι όμως και το κοινό. Μόνον το κοινό της μουσικής έχει το προνόμιο να προβληματίζεται περί εθνικής ταυτότητας. Ιδού:

Αντιμετωπίζεται, άραγε, με τον ίδιο τρόπο μία όπερα όπως η Φλόρα Μιράμπιλις του Σπυρίδωνος Σαμάρα, η οποία μάλιστα έχει ιταλικό λιμπρέτο και έκανε καριέρα στην Σκάλα του Μιλάνου; Θεωρείται έργο που έχει τα ίδια διαπιστευτήρια ελληνικότητας με ένα τραγούδι του Βαμβακάρη;

Αφήνω, στην άκρη το ότι σε ένα τραγούδι του Βαμβακάρη μπορούμε να βρούμε βασικά μουσικά στοιχεία κοινά με την παράδοση της τουρκικής μουσικής – σας προκαταλαμβάνω μάλιστα, σπεύδοντας να πω ότι τόσο αυτό που ονομάζουμε [νέο]ελληνικό όσο και αυτό που ονομάζουμε τουρκικό, συνέζησαν και συνομίλησαν επί 400 χρόνια, και μάλιστα υπό άλλην ονομαστική σκέπη: ρωμαίικο και οθωμανικό.


Αν όμως τα ειδολογικά πλαίσια δεν είναι κριτήριο εθνικότητας για την λογοτεχνία, και τις άλλες τέχνες, πώς γίνεται και έχουμε τόσο σαφή άποψη και συνάμα σύγχιση (sic) περί της ελληνικότητας, ή της τουρκικότητας, ή της ιταλικότητας ενός μουσικού έργου. Νομίζω, ότι η οιαδήποτε κρίση περί αυτού εκπορεύεται από τις μετρήσεις οικειότητας που αυθόρμητα κάνει ο καθένας μας σε ένα έργο εκκινώντας από όσα βιωματικώς του έχουν ενσταλαχθεί μέσω των τραγουδιών που ακούει από μικρός. Ο αυτοματισμός ελληνικός στίχος = ελληνικό τραγούδι είναι το βασικό κριτήριο ταξινόμησης. Από κει και πέρα, η ρυθμολογία, η ηχητική, το ύφος, αντί να αποτελούν ειδοποιά στοιχεία, αποτελούν αδιάφορα παρελκόμενα.

Η Φλόρα Μιράμπιλις στα αφτιά του Έλληνα είναι ιταλική όπερα. Και το περίεργο δεν είναι αυτό. Το περίεργο είναι ότι ο Βαφτιστικός του Θεόφραστου Σακελλαρίδη στη συνείδηση του κοινού είναι ελληνικό έργο. Παρότι η ηχητική, το ύφος (όχι το ύψος) είναι παρόμοια. Λοιπόν; Τι είναι αυτό που μας κάνει να αντιμετωπίζουμε τα πράγματα έτσι; Γιατί ο Μπετόβεν ή ο Βέρντι θεωρείται πολιτιστικός εισβολέας, όχι όμως και ο Τζιότο ή ο Πικάσο ή ο Γκαίτε, ή ο Πήτερ Στάιν. Και γιατί ο Ξενάκης, ο Σκαλκώτας, ο Μητρόπουλος, θεωρούνται σύμμαχοι του Μπετόβεν στην πολιτιστική του εισβολή;

Διότι και τα δάκρυα για την Κάλλας χύθηκαν όχι για τη φωνή της και γι αυτά που θεϊκά όπως τα τραγουδούσε δεν θα ξανακουστούν, αλλά για το μελό όπως παρουσιάστηκε του βίου της, και πρώτ’ απ’ όλα επειδή ήταν δικό μας κορίτσι. Ελληνίδα. Διότι δεν μας αρέσει ο Μπετόβεν. Μας αρέσει όταν τον ερμηνεύει ο Σγούρος.

Κακά τα ψέμματα. Το ελληνικό κοινό θρέφεται με τραγούδι. Και γι αυτό κάλλιστα μπορεί να μιλάει για ελληνικό ροκ, αλλά πάντα θα ακούει με δυσπιστία και θα αντιμετωπίζει ως ξενόφερτο ό, τι άλλο δεν συγκαταλέγεται στο είδος «τραγούδι». Τα όσα διαπραγματεύεται το τούρκικο φιλμάκι μας εκπροσωπούν πλήρως για το πώς αντιλαμβανόμαστε μουσικώς (αλλά και γενικώς) την έννοια πολιτιστική ταυτότητα και κατ’ επέκτασιν την έννοια πολιτιστική εισβολή. Και μάλιστα το ότι τα δόρατα του δημοτικού τραγουδιού - ευπρόσδεκτη η συμμαχία των türkü - κατανικούν τα τυφέκια των λακέδων του Μπετόβεν, είναι κάτι που εξακολουθεί να μας γεννά αισθήματα ικανοποίησης και περηφάνιας, και ας μη ζούμε στο 1974.

Ας πολεμήσουμε λοιπόν στερεοτύπως "τη λαίλαπα του ΔΝΤ" με τη Λέγκω του Μαρκόπουλου. Δοκιμασμένο όπλο. Μόνο που στρέφεται κατά του μυαλού μας.

12 σχόλια:

kukuzelis είπε...

Αξίζει τον κόπο να δει κανείς το θέμα οριζόντια και κάθετα. Οριζόντια, να συγκρίνει την Ελληνική περίπτωση με την κατάσταση σε άλλες χώρες. Λόγου χάρη την Τουρκία (θυμίζω εδώ την λόγια οθωμανική μουσική, ζωντανή στη σύγχρονη Τουρκία), την Γαλλία και άλλες χώρες ή γεωγραφικές περιοχές. Κάθετα, πώς εξελίχτηκαν έτσι τα πράγματα στην Ελλάδα; Γιατί; Ρητορικά, που λέει ο λόγος, τα ερωτήματα. Δεν περιμένω απάντηση.

γεράσιμος μπερεκέτης είπε...

Δεν με ενδιαφέρει τόσο η αιτιολόγηση του φιλμ στο πλαίσιο της τουρκικής πραγματικότητας. Με ενδιαφέρει ότι έχει ερείσματα και μάλιστα πολλά στην ελληνική - ως εκ της διαδοσεώς του, διότι μου το έχουν στείλει τουλάχιστον 10 φορές με τα ανάλογα θαυμαστικά. Με ενδιαφέρει επίσης ότι η σημερινή δυσκολία της Ελλάδας, οδηγεί σε αναχρονιστικές αναδιπλώσεις. Οι ανακλαστικές αντιδράσεις σε όλα τα επίπεδα τείνουν να αγνοήσουν και να υποβαθμίσουν όλα τα ενδιάμεσα βήματα από το ’74 και μετά. Η υποκουλτούρα του λάιφ-στάιλ και της γιουροβίζιον καλά κρατεί και παράλληλα οι "πολιτιστικές αντιστάσεις" πραγματοποιούνται με όρους που μας πάνε 50 χρόνια πίσω, κάτι που δεν συνέβαινε μερικούς μήνες πριν. Είμαστε έτοιμοι να ακυρώσουμε ό, τι κατακτήθηκε: το Μέγαρο Μουσικής που έδωσε στο κοινό την ευκαιρία να δει από κοντά τι γίνεται στον κόσμο και τόνωσε την σύγχρονη δημιουργία, την Ορχήστρα των Χρωμάτων που με τις ερμηνείες της πρόβαλε τους αγνοημένους στον τόπο τους μεγάλους Έλληνες συνθέτες, όπως ο Ξενάκης, ο Χρήστου, ο Σκαλκώτας και έδωσε βήμα έκφρασης σε μια πλειάδα νέων συνθετών. Να αγνοήσουμε την παρουσία σπουδαίων καλλιτεχνών όπως ο Κουρουπός, ο Αδάμης, ο Δ.Παπαϊωάννου, ή ο Κουμεντάκης, το έργο του Αντωνίου, (άνθρωποι με διεθνή ακτινοβολία) την καλλιτεχνική κοινότητα του ίντερνετ, το κλίμα της Ολυμπιάδας του 2004, την εκδοτική έκρηξη των τελευταίων δεκαετιών. Να ξεχάσουμε το Μουσείο Μπενάκη. Να κάνουμε σα να μην υπάρχει το Γκάζι, οι διάφοροι μικροί χώροι εναλλακτικής δημιουργίας. Και να αντισταθούμε λέει με τι; Με ντουντούκες και με αυτά που έπαιζαν τα μεγάφωνα σαράντα χρόνια πριν. Να γυρίσουμε στις αγκυλώσεις του τύπου «πολιτιστική ταυτότητα» και «πολιτιστική εισβολή», να νοσταλγούμε παραδοσιακές γραφικότητες και ως πράξη πολιτιστικής αντίστασης να τραγουδάμε τη Λέγκω και το Με πόσα φλάμπουρα γνέφει ο ήλιος, και μόλις ακούμε συμφωνική ορχήστρα να λέμε ξόρκια να σταυροκοπιόμαστε και να φτύνουμε τον κόρφο μας. Και για σύγχρονη δημιουργία να απολαμβάνουμε τη Φωτεινή Δάρα να τραγουδάει τις επιτυχίες της Τζένης Βάνου. Στην υγειά μας ρε παιδιά……

kukuzelis είπε...

Καταλαβαίνω τι λες και προσυπογράφω. Υπάρχουν δυο αφετηρίες για κρίνει κανείς αυτές τις καταστάσεις. Η μία, ότι το ωραίο το αναγνωρίζουμε πάντοτε εκ των υστέρων, σπάνια όταν είναι παρόν. Kαι η άλλη, ότι το ωραίο προϋπάρχει και δημιουργούμε χώρους και προϋποθέσεις για να υλοποιηθεί. Νομίζω ότι η δική σου προσέγγιση είναι η δεύτερη: Αν ξεχαστούν οι χώροι και οι κατακτήσεις του παρελθόντος, τότε αποχαιρέτα τήν ομορφιά... Δεν ξέρω...

γεράσιμος μπερεκέτης είπε...

Ακριβώς. Η χώρα μας υστερούσε σε υποδομές και θεσμούς. Έμψυχο δυναμικό που δρούσε στο εξωτερικό, ιδέες πρωτοποριακές και έξω από το κατεστημένο αναζητούσαν βήμα. Πολλά από όσα μας λείπανε έγιναν. Και υπήρχε διάθεση να γίνουν κι άλλα. Θα σου πω όμως και κάτι ακόμα. Μην νομίζεις ότι όλοι το χάρηκαν. Διότι η κλάψα είναι και επάγγελμα.... Και αν κάτι φοβούμαι είναι ότι οι επαγγελματίες της κλάψας θα βρουν τώρα την ευκαιρία να αλώσουν αυτές τις υποδομές.

thas είπε...

Όπως ξέρεις καλύτερα από μένα μαέστρο, είναι ίδιο της μουσικής να δημιουργεί φανατισμό- είναι τέχνη που αφορά την ταυτότητα με τρόπο απόλυτο, οπότε θίγεται η ίδια η προσωπικότητα για τις επιλογές της, για τον τρόπο της να επικοινωνεί με τα βαθύτερα στρώματα του είναι της, για το σύστημα αξιών που υπερασπίζεται: είτε πρόκειται για εκείνη την αρχαία σύγκρουση ροκάδων-καρεκλάδων (παραλλαγές της οποίας βρίσκονται ακόμα σε μεγάλη ισχύ επειδή οι διαφορές στο βλέμμα είναι πραγματικές) είτε για τις συστηματικές και θεωρητικοποιημένες αντιστάσεις (τύπου Σίμωνα Καρά) απέναντι στη δυτική απειλή, η πόλωση και η περιχαράκωση στήνεται αμέσως γιατί μοιάζει να απειλείται με αποσταθεροποίηση το σύστημα ανάγνωσης του κόσμου, το πνεύμα της ζωής ενός εκάστου. Και στο φιλμάκι η εθνική παράδοση ταυτίζεται με τη ραθυμία και την ονειροπόληση ενώ η δύση σχηματοποιείται στο απλοϊκό γέλιο, την εξωτερική χαρά (εξού και η ενάτη).
Αντίθετα, τα εικαστικά και τη λογοτεχνία δεν τα φοράς κατάσαρκα όπως τη μουσική, (καμιά τέχνη δεν εκλύει τόνους συναισθήματος όπως αυτή), δεν παντρεύεσαι από μικρός ζωγράφους και λογοτέχνες, οπότε τσαλαβουτάς εδώ κι εκεί χωρίς μεγάλο πρόβλημα. Φυσικά, πάντα μπορείς να στήνεις καυγάδες, θεωρητικούς και πραγματικούς, όπως αυτοί που αφορούν τη γενιά του 30 και τα ζητήματα της ελληνικότητας, τον γερμανοθρεμμένο ρομαντισμό των ζωγράφων μας κλπ- είναι συνήθεις συζητήσεις αυτές, αλλά δεν θα βγουν και τα μαχαίρια, όπως συνέβαινε παλιότερα τουλάχιστον πάνω στις ζεϊμπεκιές. Λέμε τώρα, για να πούμε κάτι. Διότι βεβαίως συμφωνώ με όσα λες.

γεράσιμος μπερεκέτης είπε...

Thas, η παράμετρος "τη μουσική τη φοράμε" είναι αξιοσημείωτη. Πολύ διεισδυτικό το σχόλιο.

γουφ.. είπε...

η Μουσική ειναι η ΜΟΝΗ ή έστω η σπουδαιοτερη απο τις λεγόμενες ''τεχνες'' του Ανθρώπου και ειναι κριμα να μικροαντιδικουμε πανω στο σώμα της.

ενα ειναι το γενος των ανθρωπων και μια η μουσική του

τωρα το αν η θειά μου η Φιλομένη που τραγουδούσε τον καιρο εκεινο απο το πρωι ως το βραδι την Κουμπαρσίτα [sic] στα ελληνικά,
''μοναχή ως πότε θάσαι
μπαμ! μπαμ! -
μονάχη ως πότε θα κοιμάσαι
μπαμ! μπαμ! - ...''
καικορτάριζε στο απέναντι τραπέζι τον νεαρό υπο τους ήχους της, στην υπαίθρια οικογενειακή ταβέρνα της Αγιας Παρασκευης Αττικής, περι το 1955, πίστευε πως ειναι ελληνικό τραγούδι και ελληνική μουσική και δεν θεωρούσε τον Ροντρίγκεζ τον οποιο βεβαια ουτε και ακουστα τον ειχε πολιτιστικό ..εισβολέα ουδόλως με ενδιαφέρει οπως δεν με ενδιαφέρει και δεν με συγκινεί που άκουσα σε ενα δισκο με τραγούδια των Καλάς, αυτων των Νεπαλέζων ντε, ενα τραγούδι που η μουσική του ειναι ιδια ακριβως με καποια παραδοσιακα Ελληνο-Μακεδονίτικα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα.

υπαρχει παντα μια ''εκαστοτε'' κοινωνικη πραγματικοτητα η οποια καταλύει τα παντα, και πρεπει να το δεχτω και να το αποδεχτω αυτό.
Μονο ραδιοφωνο υπηρχε τοτε - το μετά και το τωρα αργούν ακομα- και μονο δυο σταθμοι, και την λεγόμενη κλασσικη μουσικη την παιζαν μονο τη μεγαλη βδομαδα, απ το πρωί ως το βραδι και καθε Κυριακή, την ωρα που ο ενας σταθμος επαιζε τη θεια λειτουργια ο αλλος εριχνε Μπετόβεν για δυο ωρες, και στον Αη-Στρατη, οι εξοριστοι αριστεροι, την ωρα της λειτουργείας, μαζεύνταν στο ενα καφενειο και βαζαν στο διαπασών τον Σουμπερτ ενω το απεναντι καφενειο ηταν ακομη αδειο, γεμιζε με το που σχόλαγε η εκκλησιά, και η θειά μου η Φιλομένη τους κοροιδευοσνομπάριζε λεγοντας Μμμμμμ... κοιταξε τα κουμμούνια, μας βαζουν αυτη τη μουσική για να μας κανουν τους μορφωμένους.

Ευτυχώς -κατα την ταπεινή μου γνωμη - τον επομενο χρονο ολη η Ελλάδα, και η θειά μου η Φιλομενη μαζί, τραγουδούσε το Γαρύφαλλο στ' αφτί [και πονηριά στο ματι] και μετα απο λιγα χρονια το Βραχο βραχο τον καυμό μου, και μετα τη Λέγκω, και ευτυχώς, αμα περάσεις με το αμαξι τα συνορα της Ηπείρου στους δεκα τοπικους οι εφτα παιζουν μονο ηπειρωτικα και ευτυχώς, απο δω που πιανω Κρητη στους δεκα οι εννια παιζουν μονο κρητικα και ευτυχώς, ειχα ενα συμμαθητή στο γυμνασιο με τεραστια κλασσικη δισκοθηκη και ειχα μαθει την Τραβιατα απ εξω...

Και για να μη γραψω κανα σεντόνι, αν και το θεμα το σηκώνει, ας κλεισω με λίγη σκόνη.

Μιας και αναφερθηκε η Καλλας, ο Γιωργος ο οπτικός που υπηρετουσε ναυτακι οταν πεθανε η Θεά μού 'λεγε πως του ελαχε να ειναι στο πολεμικό που εριξε την τεφρα της στη θαλασσα , στο τιμητικο αγημα , και ο μαλακας ο αξιωματικος δεν υπολογισε καλα τον αερα και τους ηρθε ολη η τεφρα στα μουτρα και τη φτυναν με τις ωρες.......

γεράσιμος μπερεκέτης είπε...

Γουφ, συμφωνώ. Αλλά δεν αντιδικούμε εδώ. Εκεί αντιδικούνε ... στο φιλμάκι. Εδώ τα αίτια παραθέτουμε. Ό, τι αρέσει στον καθένανε είναι το καλύτερό του. Αλλά μάχη πάντα θα γίνεται στη μουσική, γιατί έχει θεωρία γραμμένη σε πολλά βιβλία. Κάθε βιβλίο θεωρίας, ακόμα και όταν δεν το ομολογεί, έμμεσα θέτει τις βάσεις μιας αντιδικίας. Τουλάχιστον από αυτό κάτι μαθαίνει κάποιος, για το πώς θα βάλει δυο νότες στη σειρά. Αυτές που είναι απαράδεκτες, είναι οι κλάψες για την σπίλωση της αμώμου παραδόσεως του λαού και άλλες τέτοιες μπούρδες νεολιθικής νοσταλγίας, που συνδυάζονται και με φανφάρες υπεροχής της μίας παραδόσεως έναντι της άλλης. Αλλά και ο Σένμπεργ έλεγε ότι με το σύστημά του θα χαρίσει για άλλα 100 χρόνια υπεροχή στην γερμανική μουσική. Όλα αυτά το μόνο που κάνουν είναι αν τα πάρει κάποιος σοβαρά και τα σκέφτεται, να μην μπορεί από την πολλή σκέψη να ακούσει σαν άνθρωπος, με τ' αφτιά του.

γεράσιμος μπερεκέτης είπε...

Και να προσθέσω, ότι τίποτα δεν απαιτεί περισσότερη ανάλωση της λειτουργίας της κρίσης από την εμμονή στο γνωστό και οικείο. (Γιατί πολλές φορές νομίζουμε ότι άκριτα ο κόσμος απορρίπτει το διαφορετικό και το καινούργιο. Ίσα-ίσα. Η ενεργοποίηση της κρίσης είναι που καθηλώνει. Όταν λοιπόν κάποιος δεν είναι παθητικός, να κάτσει ν' ακούσει, αλλά επιτίθεται αμέσως με την κρίση του σε αυτό που ακούει, το πιο πιθανό είναι να βαρεθεί να περάσει πολλή ώρα διερευνώντας την λειτουργία της κρίσης του. Οπότε η εύκολη λύση είναι η εμμονή στη συνήθεια. Διότι η κρίση, θέλει πολλή κρίση για να κριθεί. Και πάντως η επιτιθέμενη κρίση είναι που γεννάει την εμμονή. Αν η κρίση δεν επιτεθεί τότε ανοίγει το δρόμο για ένα ακόμα βίωμα.)

χ.ζ. είπε...

Εξαιρετικά ενδιαφέρον θέμα, που το σκέφτομαι κι εγώ συχνά, καθόσον τελυταία το ρίχνω όλο και πιο πολύ στα παραδοσιακά.

Θα ήθελα να υπογραμμίσω μια λεπτή διχωριστική γραμμή στις μουσικές που αναφέραμε, που έχει να κάνει με τη λειτουργία της μουσικής. Ο Μπετόβεν δε μπορεί να αντικαταστήσει (ή να ...απειλήσει) το βραχο - βράχο ή το τούρκικο τραγούδι, όχι γιατί είναι γερμανός, αλλά γιατί η μουσική του ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ ΣΕ ΘΕΑΤΡΟ. Έχει άλλη λειτουργία αυτή η μουσική (ειδικά η λόγια δημιουργία στον 20ό αιώνα), αυτήν της αισθητικής απόλαυσης και της έκφρασης αφηρημένων νοημάτων και όχι της συμμετοχικής δημιουργίας. Ο Βράχος βράχος ακούγεται σε σπίτια, σε ταβέρνες με απίστευτη φασαρία που οι μισοί τραγουδάνε κι οι άλλοι μισοί κάνουν πλάκα, στο δρόμο από κάποιον περαστικό.

Και έστω ο Μότσαρτ ή ο Βέρντι έδωσαν μελωδίες ικανές να τραγουδηθούν, και να επηρρεάσουν τις λαϊκές παραδόσεις. Ο Σένμπεργκ όμως που να χτυπάει τον κώλο του κάτω δεν πρόκειται ποτέ να τραγουδηθεί από τον απλό κόσμο. Ο Ξενάκης το ίδιο. Είναι συνθέτες αφηρημένοι, ακατάλληλοι να επηρεάσουν τη λαϊκή μούσα, που απαιτούν ΕΙΔΙΚΟΥΣ για να παιχτούν και ίσως και να ακουστούν.... (Εννοείται πως έχω ακούσει και αγαπήσει πάμπολες συνθέσεις τους.)

Ένας λόγος που χαίρομαι κι εγώ που οι ντόπιοι σταθμοί συνεχίζουν και παίζουν «τα δικά τους» είναι διότι πιστεύω πως μια γρήγορη αντικατάσταση της εγχώριας μουσικής με κάτι άλλο, κάποιας άλλης μουσικής (και δεν εννοώ στενά «ελληνικής») θα αφήσει ένα κενό. Ο κόσμος ΠΡΕΠΕΙ να συνεχίσει να τραγουδάει και να παίζει μουσική, ο κάθε άσχετος πρέπει να συνεχίσει να μαθαίνει να γρατζουνάει. (Και θα μάθει πιο καλά αυτά που του τραγούδαγε η γιαγιά του και μετά θα τα εξελίξει.)

Πριν δύο χρόνια ήμουν στην κεντρική Ευρώπη. Γιατί οι Ευρωπαίοι έρχονταν κι άκουγαν στο μαγαζί που έπαιζα ελληνική μουσική και ήξεραν και πολλά τραγούδια; Γιατί πολλοί Γερμανοί πάνε σε ελληνικούς χορευτικούς συλλόγους; Διότι έχουν απωλέσει αυτό που κάπως ακόμα κρατιέται εδώ: την απλή, λαϊκή τέχνη. Παράδωσαν τη μουσική δημιουργία (μέσω εννοείται της εξειδίκευσης) στους συνθέτες και τους εκτελεστές, το τραγούδι στους τραγουδιστές, κι έμειναν ορφανοί οι ίδιοι, οι απλοί άνθρωποι. Οι συνθέτες μετά άρχισαν σιγά σιγά να εκφράζουν όλο και περισσότερο τον εαυτό τους με αποτέλεσμα την αποξένωσή τους.

Συμφωνώ όντως ότι δεν πρέπει να αναδιπλωθεί η ελληνική μουσική στα 50 χρόνια πριν. Συμφωνώ πως τα επιχειρήματα περί ανωτερότητας κάποιας παράδοσης ή περί του άμωμου της δικής μας είναι γελοία. Και συμβαίνει τόσο συχνά να ψάχνω κομμάτια ή στοιχεία παραδοσιακής και να βρίσκω αποκάτω «τάσεις ανωτερότητας» αυτών που τα δίνουν....

ΥΓ: κοιτάω το σχόλιο και ελπίζω να μη βγήκα πολύ έξω από το θέμα...απλά είναι μεγάλο για να μην το ποστάρω!

γεράσιμος μπερεκέτης είπε...

αγαπητέ μου χ.ζ., ανοίγουμε πολύ το θέμα, αλλά νομίζω για καλό.
Η διαφορά μιας σονάτας από το βράχο-βράχο, είναι μία και ουσιώδης. Η σονάτα αντιστοιχεί στη νουβέλα, το τραγούδι αντιστοιχεί στο .. τραγούδι. Αυτά που διαπραγματεύεται κάποιος σε μία συμφωνία με εργαλείο μιαν συμφωνική ορχήστρα, δεν μπορεί να τα διαπραγματευτεί στα πλαίσια (τα μορφολογικά, τα ηχητικά κλπ) ενός τραγουδιού. Για τους ίδιους λόγους υπάρχει το μυθιστόρημα και το στιχάκι. Δεν μπορώ όμως να δεχτώ το "πολιτιστικό μήνυμα": "είσαι Έλληνας, σε αφορά η Ιτιά και ακούγοντας Μπετόβεν, απλώς κομψεύεσαι, ή ακόμα χειρότερα προδίδεις την ίδια σου την καταγωγή". Με αφορούν και τα δύο ως γεννήματα του ανθρώπινου πνεύματος, και μάλιστα μέσα από μια μακρά διαδικασία πολιτιστικού διαλόγου.

χ.ζ. είπε...

Κύριε Γεράσιμε γι΄αυτό μου αρέσει να περνάω από δω, γιατί η αγάπη σας για κάτι δε γίνεται ποτέ εμπαθής ενάντια σε κάτι άλλο. Δεν τα καταφέρνω εγώ πάντα. Και δεν είναι και εύκολο, καθώς έχουν πέσει σε γκάφες ακόμα και μεγάλοι δημιουργοί, όπως αν δεν απατώμαι ο Αντόρνο που δεν του άρεσε η τζαζ κι έγραφε δοκίμια εναντίον της.
Και με τα λόγια σας «Δεν μπορώ όμως να δεχτώ το "πολιτιστικό μήνυμα" (κλπ)» γίνεται φανερό πως το ζήτημα είναι κυρίως πολιτικό κι όχι καλλιτεχνικό ή άλλο.

οι παχουλές αναρτήσεις (όσο τις διαβάζετε τόσο παχαίνουν)