Πέμπτη, Δεκεμβρίου 20, 2007

Να τον φουρκίσομεν (κατόπιν ψηφοφορίας),

ή Η μουσική της φιλοσοφίας μας, ή Περί μουσικού λογιοτατισμού (ή και Περί χρηστικότητος).

Την ιστορία της μουσικής, όπως την ξέρουμε, την αρχίζουμε από τους αρχαίους χρόνους, βασιζόμενοι σε παραστάσεις αιγυπτιακές, χετιτικές, βαβυλωνιακές, περσικές, σε περιγραφές μέσα από κείμενα, και στα λείψανα της αρχαιοελληνικής μουσικής. Σε ολίγα μουσικά κομμάτια διασωσμένα σε παπύρους και σε ολίγες επιγραφές (το επιτύμβιο του Σεικίλου η πλέον γνωστή και πλήρως εσωσμένη), καθώς και σε παραστάσεις και σε ολίγα θραύσματα οργάνων. Κυρίως όμως στα θεωρητικά έργα των αρχαίων θεωρητικών. Το σύστημα της αρχαίας μουσικής σημειογραφίας, όπως και η αρχαιοελληνική θεωρία της μουσικής, με πληρότητα σχεδόν διασώζονται στα συγγράμματα των αρχαίων θεωρητικών, που απορεί κανείς γιατί εσώθησαν αυτά, ενώ σύσσωμος η αρχαία μουσική παραγωγή χάθηκε (οι παρτιτούρες). Όλα τα σωσμένα μουσικά κείμενα, τα περισσότερα με κενά, ή ημιτελή, (10 αιώνων παραγωγή από το αρχαιότερο ως το νεώτερο σωσμένο) γεμίζουν δεν γεμίζουν ένα CD –ένα CD που θα μπορούσε να γεμίσει μόνο με τη μουσική και τα χορικά μιας τραγωδίας του Ευριπίδη. Μοιάζει δηλαδή σαν να βρεθούμε μετά από αιώνες, να έχουμε στα χέρια μας το θεωρητικό έργο του Κρένεκ για το δωδεκάφθογγο, να έχουμε το Style and Idea του Σένμπεργ, να έχουμε το “H Τεχνική της Γλώσσας μου” του Μεσσιάν, και πλάι σ’ αυτά μόνο ένα κομματάκι από το “Οι κραυγές των πουλιών” και δεκαπέντε μέτρα από τον “Φεγγαρίσιο Πιερότο”.

Θεματοφύλακες της αρχαίας μουσικής κληρονομιάς ήσαν οι βιβλιοθήκες των πόλεων και οι πλούσιοι ιδιώτες κάτοχοι χειρογράφων. Κατόπιν οι βιβλιοθήκες των μοναστηριών, αλλά και ιδιώτες. Γνωρίζουμε βεβαίως τις δύο πυρκαγιές που κατέστρεψαν τη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, γνωρίζουμε και άλλες μικρότερες ή μεγαλύτερες καταστροφές, από θεομηνίες και ανθρώπινο χέρι. Αλλά πόσο επιλεκτικές μπορούσαν να είναι οι φλόγες, πόσο επιλεκτική μπορεί να είναι η κάθε αμέλεια ή κακοτυχία, ώστε να καταστρέψουν το καταγεγραμμένο μουσικό έργο στο σύνολό του σχεδόν, και απ’ την άλλη να αφήσουν ανέπαφο το θεωρητικό έργο στο σύνολό του σχεδόν. Και η απορία αυτή εντείνεται όταν υπολογίσει κανείς ότι τα μουσικά έργα θα πρέπει να ήταν τουλάχιστον 500πλάσια των θεωρητικών έργων, σχέση που ισχύει ακόμα και σήμερα για την παραγωγή συνθέσεων και θεωρητικών συγγραμμάτων.

Η εξήγηση που θα πρότεινα είναι η εξής:

Α) Σε ό, τι αφορά στα χειρόγραφα μουσικών έργων (παρτιτούρες).

Αα) Μέχρι και πριν 2 αιώνες (πριν τον Μέντελσον και τους ρομαντικούς) ισχύει σε ό, τι αφορά στη μουσική δημιουργία ότι η ανανέωση είναι απαιτητή, πιο απλά η αξία κάθε έργου είναι προσωρινή. Άρα τα παλαιά έργα δεν επανεκδίδονται και οι παλαιές εκδόσεις τους δεν είναι πλέον χρηστικές, ίσως και απαραίτητες, ίσως να πιάνουν και χώρο, και ας μην ξεχνάμε ότι ο πάπυρος και η περγαμηνή ανακυκλώνονταν για οικονομικούς λόγους. Ίσως κατά ένα μεγάλο μέρος, λοιπόν, τα αρχαιοελληνικά μουσικά έργα (όπως και πάμπολλα μεσαιωνικά) τα «έφαγε» η «παλαιότητά» τους και … η ανακύκλωση.

Αβ) Η «ελληνική» (η μη χριστιανική μουσική), εκτός του ότι, ως μουσική της θυμέλης, είναι αποβλητέα για την νέα εποχή του χριστιανισμού, δεν μπορεί, από μία εποχή και μετά, να αναγνωστεί πλέον, διότι ήδη μετά τον 5ο αιώνα αρχίζει και εμφανίζεται σταδιακά ένα άλλο είδος μουσικής σημειογραφίας. Η αρχαιοελληνική μουσική σημειογραφία βασιζόταν σε σύμβολα παρμένα από το αλφάβητο (γράμματα όρθια, πλαγιαστά, ανεστραμένα, δημιουργούσαν ένα σύνολο από 3.000 περίπου συνδυασμούς μουσικών συμβόλων). Η χριστιανική μουσική σημειογραφία, ανύπαρκτη τους πρωτοχριστιανικούς χρόνους, ανατέλλει δειλά-δειλά μέσα από τα τονικά σύμβολα της γραφής, τις οξείες, τις βαρείες και τις περισπωμένες, που υπενθύμιζαν στους ιερείς που διάβαζαν το ευαγγέλιο, κατά βάσιν πώς σωστά να τονίζουν και κατ’ επέκτασιν εκ του τονισμού να μελωδήσουν. Από αυτά τα σύμβολα γεννιούνται τα λεγόμενα «νεύματα» και η νευματική μουσική γραφή, που αργότερα διασπάται σε δύο κλάδους, στην ανατολική χριστιανοσύνη εξελίσσονται σε «παρασημαντική», όπως ονομάζεται η σημειογραφία της ελληνορθόδοξης εκκλησιαστικής μουσικής, ενώ στη δυτική χριστιανοσύνη εξελίσσεται στη σημερινή σημειογραφία του πενταγράμμου. Αλλάζοντας τόσο οριστικά το σύστημα της μουσικής γραφής, πέρα από το ιδεολογικό χάσμα που χωρίζει ένα χορικό του Αριστοφάνη από έναν χριστιανικό ψαλμό, καθιστά μιαν αρχαία μουσική έκδοση τραγωδίας του Σοφοκλή ομοιάζουσα με ένα παράξενο γραπτό κείμενο που απάνω από κάθε συλλαβή έχει κάτι ακατάληπτα, ενοχλητικά για την ανάγνωσή του σημάδια. Ε, ένα τέτοιο χειρόγραφο, κατ’ αρχάς δεν επανεκδίδεται (δεν αναπαράγεται σε αντίγραφα), κατά δεύτερον μπορεί με την παραμικρή ανάγκη, να ανακυκλωθεί, να γίνει στάχωμα (να κολληθούν τα μέρη του για να γίνει εξώφυλλο βιβλίων – που αντικατέστησαν την κυλινδρική μορφή των παπύρων), μπορεί επίσης να γίνει απλώς προσάναμα.

Εν κατακλείδι, ως μη λειτουργικό, ως άχρηστο, μάλλον απωλέσθη το σύνολο της αρχαίας ελληνικής μουσικής παραγωγής, ως θύμα του νου και όχι της χειρός.

Και έρχομαι στο Β, σε ότι αφορά στην, εν αντιθέσει προς τα μουσικά χειρόγραφα, διατήρηση του συνόλου σχεδόν των αρχαιοελληνικών θεωρητικών συγγραμμάτων. Η εξήγηση είναι απλή: ΧΡΗΣΤΙΚΟΤΗΣ.

Βα) Τα θεωρητικά συγγράμματα, ως επιστημονικά για μουσικούς και μη, αλλά και τεχνικά για τον μουσικό εργαλεία, εμπεριείχαν το στοιχείο της διαχρονικής αξίας. Άρα, ο Αριστόξενος επανεκδίδεται, διότι χρησιμεύει και για τον επόμενο και τον μεθεπόμενο και πέντε και δέκα και είκοσι αιώνες μετά. Έτσι το βλέπει ο εκδότης. Ο Ευριπίδης, πέρασε, πάει η μπογιά του. Τώρα είναι της μόδας ο Θεόκριτος. Αλλά το πώς κουρδίζουμε, τι είναι ρυθμός, οι κλίμακες, οι τεχνικές διάπλασης μουσικού ήθους, αυτά πάντα ενδιαφέρουν τον αρχαίο μελετητή, τον μουσικό, και εν τέλει τον εκδότη.

Ββ) Στο μεγαλύτερο μέρος του θεωρητικού κειμένου, ο χριστιανός αναγνώστης με μουσικά ενδιαφέροντα, δεν συναντά άγνωστα σύμβολα, υπερπηδά τα κεφάλαια περί σημειογραφίας που δεν τον ενδιαφέρουν, και διαβάζει τα υπόλοιπα χρήσιμα περί κλιμάκων, ρυθμού κλπ. Επιπλέον δεν συναντά ούτε Ερινύες, ούτε Βάκχες, ούτε περδόμενους Σατύρους. Επανεκδόσιμα.


Τραγική ειρωνεία βεβαίως καθίσταται το γεγονός, όταν αργότερα πολύ, στην εποχή της λεγόμενης Βυζαντινής Αναγέννησης, ο Ψελλός “αττικίζοντας”, επαναλαμβάνει τους σωθέντας αρχαίους αρμονικούς, ενώ είναι βέβαιο ότι η μουσική πράξη της εποχής του απέχει από την μουσική της θυμέλης. Τα όντως χρηστικά θεωρητικά μουσικά συγγράμματα του Βυζαντίου, δεν είναι αυτά των λογίων νεόκοπων (τότε) αττικιστών, αλλά οι υπό μορφήν «Προθεωρίας», οδηγίες για την κατανόηση και την απόδοση της σημειογραφίας που απαντούμε πολλές φορές στην αρχή των λειτουργικών μουσικών εκδόσεων. Προς τι λοιπόν ο μουσικός θεωρητικός αττικισμός; Αρχαιοπληξία; Ή μήπως "μούρη", (πόζα). Ή και γλείψιμο μιας αριστοκρατίας πνευματικά απομονωμένης;

(Υπ’ αυτήν την έννοια θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι υπάρχει κάτι ανάλογο και στον Όμηρο , τον υμνητή μιας ηρωικής εποχής που όταν αυτός ζούσε αυτή είχε παρέλθει, ωστόσο ήταν προσφιλές ακρόαμα των απογόνων του Αγαμέμνονος). Αλλά και ο Αδριανός ο ελληνολάτρης πίσω δεν πήγαινε, ή μάλλον πίσω πήγαινε για να αισθανθεί πολιτιστικά ασφαλής. Οι παλαιοί είναι οι όντως μεγάλοι. Ακολουθούν οι απόγονοι, οίτινες μεγαλουργούν κατά το ότι κατανοούν και υποδύονται την αρχαία μεγαλοσύνη.)


Ιδού, λοιπόν κατεδείχθη, η καταγωγή του «λογίου» και του «λόγιου». (Τι είναι δηλαδή το λόγιο; είναι αυτό που με εκνευρίζει όταν το ακούω να με αφορά: “συνθέτης λόγιας μουσικής”. Παπάρες. Αυτά τα βρίσκουν και τα λένε όσοι θέλουν να αισθάνονται ότι ξεχώρισαν από τον λαουτζίκο. Να πάρουν μερσεντές τάχιστα τους συμβουλεύω. Παναγιά μου βόηθα να μη με κατατάξουνε).

Και ιδού το πρώτο συμπέρασμα. Τι είναι αυτό που καταλαβαίνει το ακροατήριο του Μπετόβεν; Αυτό που ένιωσε. Τι κατάλαβε ο λόγιος; Αυτά που διάβασε στο πρόγραμμα. Σε μια πιο “εκλεπτυσμένη” πρακτική, εμείς-αυτοί οι «λόγιοι» διασώζουμε-νε τα θεωρητικά συγγράμματα λοιπόν και αφήνουμε-νε να σβήσει ή σβήνουμε-νε τη μουσική, αλλά και να έχομε-νε την απαίτηση να γράφομε-νε την ιστορία της.

[Και μετά φοράμε τα συγγράμματα τα θεωρητικά σε όποιαν άλλη μουσική πράξη, της πάνε δεν της πάνε, κόψε ράψε θα το φέρουμε. Όταν ο Μοεβόμιος εκδίδει τους αρχαίους έλληνες “Αρμονικούς συγγραφείς”, ήδη η Αναγέννηση έχει συντελεστεί. Η ανάγνωση του αρχαίου κόσμου ουσιαστικά θα γίνει εκ των υστέρων. Μοιάζει σαν ένας ολόκληρος κόσμος να ανατράφηκε με τα ζώδια και κάποιος να αντέγραψε τον Αρίσταρχο, και να πρόβαλε την ηλιοκεντρική θεωρία του σαν δική του, αφού προηγουμένως έσκισε την σχετική σελίδα, (έτσι ακριβώς έκανε ο Κοπέρνικος). Αλλά το θέμα δεν είναι η ηλιοκεντρική θεωρία, αλλά το πώς έπινε το κρασί του ο Αρίσταρχος.]


Και ιδού το δεύτερο συμπέρασμα, το οποίο διατυπώνεται ως ερώτημα: Ποιόν Πλάτωνα αναγινώσκουμε, χωρίς στ’ αφτιά μας να έχουμε την απωλεσθείσα μουσική της θυμέλης;

Κι αν είναι απαραίτητη (πλατωνικώς μόνο;) για την φιλοσοφία η μουσική, ποια είναι η μουσική της φιλοσοφίας μας;

7 σχόλια:

Αθήναιος είπε...

Στις τελευταίες αράδες με τα μικρούλια τα γραμματάκια, βάζεις ένα θέμα με το παράδειγμα του Μπετόβεν και το κρασί του Αρίσταρχου που δεν είμαι σίγουρη ότι το κατάλαβα ή μάλλον για να το πω αλλιώς, αυτό που κατάλαβα είναι ότι συνδέεις την αντίληψη της μουσικής με το βίωμα. Ναι; Αν ναι, το βίωμα δεν είναι κάτι εξαιρετικά μη προσδιορίσιμο ή μάλλον δεν θέλει πολλές λεπτομέρειες για να οριστεί;

Μιλάς για συναυλία του Μπετόβεν σ'ενα χωριό του Ρήνου ή στο Μέγαρο Μουσικής;

Σε τί με βοηθάει να γνωρίζω πώς έπινε το κρασί του ο Αρίσταρχος. Τρία ανέκδοτα από το Ανθολόγιο Στοβαίου ίσως δεν διαφέρουν πολύ απο ένα έντυπο πρόγραμμα μιας συναυλίας...

ΠΕΤΕΦΡΗΣ είπε...

"Πώς μυρίζει η φιλοσοφία"
[Π.Θ..Αιγυπτιακή νουβέλα]

Το διάβασα απνευστί, εντυπωσιασμένος.Κάποια στιγμή, θα ήπρεπε να ανταλλάξουμε ντισιπλίνες, ερμηνεύοντας ο καθένας τον κουβαρά του άλλου,ώστε να φωτιστούν πτυχές του εργοχείρου του καθενός που μένουν στο σκοτάδι από τα επάλληλα σταχώματα.
Παίρνω το παράδειγμα "εις επίρρωσιν" από την αρχιτεκτονική, που παρουσιάζει, διογκωμένο και αντεστραμένο, το κατάντη πρόβλημα.Αρχιτεκτονική και μουσική,που τις θεωρούσαν παλαιότερα "καλλιτεχνικά αμαλγάματα", ίσως επειδή διαθέτουν αμφότερες στην ορολογία τους τον ρυθμό (με αυτήν την λογική, οι λέξεις "δυσκολίες πολιτευομένου" και "Χρήστος Ζαχόπουλος" θα συστεγάζοταν στο λήμμα "γενικοί γραμματείς")
Λοιπόν, στην αρχιτεκτονική, έχουμε έργα και όχι παρτιτούρες, δηλαδή τα σχέδια.Δεν έχουν διασωθεί, παρά ελάχιστα, ενσωματωμένα σε πίνακες ζωγράφων, στο φόντο πάντοτε, αλλά και σε μικρά πρότυπα, μακέτες,κι αυτά όψιμα.Από την άλλη, μελετώντας ένα κτίσμα, δύσκολα δεν ανιχνεύονται οι Νόμοι έμπνευσής του: οι χαράξεις, η στατική επάρκεια, ο τριγωνισμός, η εγκιβωτισμένη εντός τους φιλοσοφία, μαζί με άλλα, διαπλανητικά, όπως η πάλη με την βαρύτητα και τις θεωρίες κίνησης,οι μόδες και η αλλαγή του υλικού, τουτέστιν η διαφοροποίηση των οργάνων.
Νομίζω ότι σήμερα η παρτιτούρα και τα αρχιτεκτονικά σχέδια, ενώ παράγονται γιά να θησαυρίσουν υλικό συντεταγμένα, λειτουργούν πλέον ως πραιτωριανές συντεταγμένες. Συχνά υποκαθιστούν το τελικό αποτέλεσμα, όπως η εμφάνιση μιάς "γνωστής" υπογραφής σε εικαστικό έργο, συχνά γεννά κριτική και συνειρμούς που υπερβαίνουν την ίδια την ουσία του έργου.
Έτσι, τα εσνάφια και οι μαστόροι, δεν είχαν καμία ανάγκη από ανθίβολα και σχέδια,κατόψεις, ισομετρικά, τομές και μακέτες: κληρονομούσαν την γνώση τους μέσα από μία διδαγμένη στα καλφόπουλα χειρωναξία.Ηταν μέρος της ηθικής τάξης μιάς σέχτας.Η διάδοση της γνώσης δεν "έπρεπε" να είναι ασύδοτη.Καλύτερα λοιπόν να έμενε εμπειρική. Κι όχι μόνον σε αρχιτεκτονική και μουσική: όλος ο ντουνιάς έπρεπε να είναι αρμολογημένος σε επίλεκτες διαλέκτους και όχι "γλώσσαις".
Φλυάρησα, φίλη κεφαλή, αλλα δεν αντέχω να μη υπενθυμίσω μιά κλασική ανεκδοτολογική πρόσχωση: έστειλε ο Αριστοτέλης ένα έργο του στον Αλέξανδρο, στην Μηδία και ο Σικαντέρ έγινε έξαλλος ,ανακαλύπτοντας ότι το περιεχόμενο του έργου περιείχε γνώση και γνώμες από τις υφηγήσεις του φιλοσόφου στην Μίεζα: "πώς αποκαλύπτεις στους πολλούς, αυτό που βοηθά τους βασιλείς να κυβερνήσουν; " έγραψε στον δάσκαλο(πρέπει να ήταν το έργο που έμεινε στην ιστορία ως "μετά τα φυσικά"). Ο Αριστοτέλης μάλλον κατάλαβε ότι το παράκανε, παραβιάζοντας την σύμβαση και απάντησε: "Αλέξανδρε, τα δημοσίευσα και δεν τα δημοσίευσα" εννοωντας ότι χρησιμοποίησε κωδικοποιημένη γλώσσα, απρόσιτη στους πολλούς".Αλλά ο Αλέξανδρος δεν τσίμπησε. Σχολίασε δυσμενώς την απάντηση και μετά τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους που κατέληξαν στην κατάποση δηλητηρίου παρασκευασμένου από τον Αριστοτέλη, τόσο οξέος, ώστε ο Κάσσανδρος το πήγε στον αδελφό του Ιόλα, μέσα σε οπλή ονικού-τιποτε άλλο δεν το άντεχε.
Στήθι, σκέπει, φρούρει.

γεράσιμος μπερεκέτης είπε...

Λέω, Αθήναιέ μου, ότι το κρασί του Αρίσταρχου, το κρασί του όπως το ‘πινε…. Όλο αυτό το εθιμικό, γεννάει τον επιστήμονα και την αποδοχή του από την κοινωνία. Το γύρω απ’ τα πράγματα ενός «τότε», που μένει έξω απ’ τα πράγματα ενός «σήμερα», με απασχολεί για να κατανοήσω το σήμερα. Με απασχολεί ενορατικά. Και φτιάχνω τις παραισθήσεις μου.

Το ηλιοκεντρικό σύστημα θα ήθελα να υφίσταται στις συνειδήσεις μας από τον 2ο π.Χ. αιώνα, και ο Πτολεμαίος να ήταν ένας Λεφάκης του αρχαίου κόσμου, και ο Λεφάκης να μην υπήρχε σήμερα. Για να υπάρξει όμως ο Πτολεμαίος στο «τότε» κάτι πρέπει να συνέβη στο εθιμικό, στο καθημερινό του «τότε». Κάτι θα πρέπει να έπεσε πολύ βαρύ για το «τότε». Να υποθέσω λοιπόν ότι αυτό που ακολούθησε ήταν το ελαφρύ.
Και το ακροατήριο του Μπετόβεν στον Ρήνο τι ακούει, ε! Να στο απλουστέψω; Σήμερα πήγα στον αγαπητό μου κουμπάρο. Τρώγαμε, πίναμε, και καθώς τρώγαμε με ρώτησε «τι μουσική να βάλω;» Του λέω βάλε τραγούδια της Μαφίας (ναι, έχουν εκδοθεί τέτοια, εξαίρετον!). Βάζει το cd, σισιλιάνικα, καλαβριάνικα, όπως δεν ξέρω και την γλώσσα, πόσο μάλλον το ιδίωμα, παρακολουθούσα με τη άκρη του αφτιού μου την εκφορά, το κλίμα το μουσικό, το οποίο επέτρεπε κάθε συζήτηση. Μια χαρά. Κάποια στιγμή, ανύποπτα, αντικατέτησε το cd και έβαλε πρελούδια και φούγκες του Μπαχ -πώς του ‘ρθε; Μη μπορώντας να παρακολουθήσω την έκθεση του θέματος της φούγκας, λόγω της συνομιλίας, η συνέχεια της «φουγκικής» επεξεργασίας μού ήταν ακατανόητη έως δυσάρεστη. Παραιτήθηκα.

Το ακροατήριο, πρώτα κάθεται στις καρέκλες. Μετά ακούει. Ο προβληματισμός μου ξεκινά, όταν κάποιος μου πει ότι διαβάζοντας περί του τι ακούει τού γεννήθηκε το ενδιαφέρον να απολαύσει. Το βρίσκω τουλάχιστον ψευδές αυτό το ενδιαφέρον. Εάν η εξήγηση της μουσικής βρίσκεται σε ένα κείμενο, τότε ας μην την ακούμε. Δεν χρειάζονται ούτε αίθουσες, ούτε καρέκλες. Είναι περίπου σα να χορταίνεις διαβάζοντας τον κατάλογο του εστιατορίου. Και έχω να το λέω. Αφού τα ανορεξικά δεν τρώνε, τότε σε τι χρειάζεται να πηγαίνουν σε ακριβά εστιατόρια; Να πηγαίνουν σε σουβλατζήδικα, να πληρώνουν 150€ μισήν ανήλαδη πίτα, και το εν λόγω ποσόν να πιστώνεται σε μένα να πάγω να φάω σε εστιατόριον πολυτελείας και να πληρώσω 10 λεπτά του € που αντιστοιχεί σε μισή πίτα ανήλαδη.


Πετεφρή μου, να σου πω ότι πριν δύο μήνες διάβασα την Αιγυπτιακή σου Νουβέλα. Τόσο υπόγεια έδρασε.

Ανώνυμος είπε...

Ο προβληματισμός μου ξεκινά, όταν κάποιος μου πει ότι διαβάζοντας περί του τι ακούει τού γεννήθηκε το ενδιαφέρον να απολαύσει. Το βρίσκω τουλάχιστον ψευδές αυτό το ενδιαφέρον. Εάν η εξήγηση της μουσικής βρίσκεται σε ένα κείμενο, τότε ας μην την ακούμε. Δεν χρειάζονται ούτε αίθουσες, ούτε καρέκλες...

Να μου επιτρέψεις (δε θέλω να σε φουρκίσω) να διαφωνήσω με τα παραπάνω γραφόμενά σου.
Ή τουλάχιστον, να διατηρήσω τις επιφυλλάξεις μου μέσα από το σχόλιο αυτό.
Το ενδιαφέρον, η διαφορά δηλαδή που θα κάνει κάτι μέσα μας, και δε θα περάσουμε αδιάφορα από δίπλα/πάνω/μέσα/... του, μπορεί να έγκειται ή να ξεκινά σε και από οτιδήποτε και οπουδήποτε.

Θέλω να πω πως, για παράδειγμα, μπορεί να αδιαφορώ για τον γιαπωνέζικο κινηματογράφο εν γένει, και ούτε να θέλω να ακούσω για Κουροσάβα, αλλά ακούγοντας πως το “Για μια χούφτα δολλάρια” είναι μεταφορά του “Γιοτζίμπο”, να με κάνει να βάλω στην άκρη την (υποθετική) αντιπάθειά μου για τα γιαπωνέζικα, και να απολαύσω μία περιπέτεια σαν αυτή.

Εκτός αυτού, κάποιες επιπλέον πληροφορίες για κάτι που θα λάβεις, μπορούν να γίνουν το ερέθισμα για διαφορετική προσέγγιση, επιπλέον της συνηθισμένης.
Για παράδειγμα θα χρησιμοποιήσω μια προσωπική εμπειρία.
Πριν από λίγο καιρό (στις 5/12 για την ακρίβεια) πήγα σε ένα ωδείο για να παρακολουθήσω έναν πιανίστα να παίζει έργα του Σένμπεργκ. Την ερμηνεία, προλόγισε ένας μουσικός και επιπλέον καθηγητής, θεωρητικός της μουσικής, ο οποίος μας έδωσε κάποιες επιπλέον πληροφορίες, σε σχέση (εκτός των άλλων) με το από πού ξεκίνησε αυτού του είδους η μουσική, ποια ανάγκη κάλυψε αυτού του είδους η εξέλιξη, και διάφορες τεχνικές που χρησιμοποιήθηκαν στην περί ου ο λόγος μουσική.
Προσωπικά, το άκουσμα, το οποίο απόλαυσα καθ' όλη τη διάρκεια, μου θύμισε κάτι ανάλογο (ή κάτι που έγω κατηγοριοποίησα ως συγγενές) που είχα ακούσει στο παρελθόν, και αυτό ήταν η μουσική του Egberto Gismonti. Το μουσικό παιχνίδι που λάμβανε χώρα, μου ήταν με αυτό τον τρόπο προσβάσιμο, και μέσω αυτού ικανό να το χρησιμοποιήσω προς όφελός μου, να το απολαύσω.
Πέρα από αυτό όμως, επειδή σε μια συναυλία η πιο δυνατή των αισθήσεων δε μπορεί να λείπει, παρατηρούσα όπου μπορούσα και την αλληλουχία των δύο χεριών του πιανίστα (είτε προσπαθούσα να την ακούσω) για να βρω τις συμμετρίες στις οποίες αναφέρθηκε ο προλογίζων, σε κάποιο σημείο.
Βρήκα μέσα από τον πρόλογο (κι ας μην είναι γραπτό κείμενο, το μέσο δεν νομίζω πως έχει ιδιαίτερη σημασία) άλλή μία όψη του μουσικού έργου. Και αυτό με έκανε να το απολαύσω με άλλον ένα τρόπο.

Δε βρίσκω το λόγο, γιατί να μη συμβαίνει το ίδιο με κάποιον που αρχικά δεν είχε (όπως εγώ) κάποιον τρόπο να προσεγγίσει, να “οικιοποιήσει” τη συγκεκριμένη μουσική, μέσα από το κείμενο του προλογίζοντα.
Πόσες φορές δε μας έχει εκπλήξει ευχάριστα αυτό που περιμέναμε ως ανιαρό, εξ αιτίας μιας λεπτομέριας που διύλισε την εμπειρία, επειδή προσέθεσε ένα νέο πρίσμα στη ματιά μας;

Τώρα βέβαια, η “ματιά” είναι άχρηστη χωρίς το “θέαμα”.
Δηλαδή, δεν υπάρχει εξήγηση της μουσικής χωρίς τη μουσική την ίδια, και (φυσικά) χρειάζονται οι αίθουσες και οι καρέκλες.
Όπως επίσης χρειάζεται ενίωτε και η επιπλέον ώθηση που θα μας κάνει να εκτιμήσουμε αλλιώς τα πράγματα.

Όλα αυτά, όχι για να στηρίξω τον ακαδημαϊσμό. Ο πυρήνας της μουσικής απόλαυσης ήταν ανέκαθεν στις άλογες διεργασίες που προξενούσε εντός και εκτός μας και από εκεί απλώνει κλαδιά και αναριχάται από τη ραχοκοκκαλιά στο κεφάλι. Αν διακόψουμε την επαφή (λέω εγώ τώρα), ο λόγος αποτυγχάνει να συγκρατήσει την απόλαυση αυτή και μεταμορφώνεται σε κάτι άλλο.
Ενδιαφέρον ενδεχομένως, όμως άμουσο κυριολεκτικά.

Καλά χριστούγεννα να έχουμε, και αν κάπου λοξοδρόμησα, ζητώ συγνώμη.
Υ.Γ. Τα σημεία που ήμουν πολύ αναλυτικός δεν οφείλονταν σε μια "διδασκαλική" διάθεσή μου. Παρά στη θέση θεμελίων για την μετέπειτα ανάπτυξη των επιχειρημάτων μου.

γεράσιμος μπερεκέτης είπε...

Πολύ σωστά όλα, και συμφωνώ μαζί σου αγαπητέ μου ανώνυμε. Ίσως θα έπρεπε να γίνω πιο ακριβολόγος και να έγραφα:
"όταν κάποιος μου πει ότι διαβάζοντας περί του τι θα ακούσει, άρχισε να ενδιαφέρεται για την απόλαυσή του".

Δηλαδή πιστεύω ότι τα πληροφοριακά στοιχεία δεν είναι εκείνα που θα γεννήσουν την συγκίνηση, αλλά η μουσική γενώντας την συγκίνηση θα κάνει τα πληροφοριακά στοιχεία να αξιοποιηθούν.

Σε πολλές συναυλίες θα έχεις ακούσει να λέγεται για κάποιο έργο: "ενδιαφέρον". Όταν ακούσεις, εκφράσεις όπως "Συγκινητικό", "αριστούργημα", "έπαθα πλάκα", τότε να ξέρεις ότι το έργο άρεσε. Το "ενδιαφέρον" είναι για τους "ενδιαφερομένους". Ενδιαφέροντες, άνθρωποι δε λέω, αλλά προτιμώ τους ευσυγκίνητους,όπως εσύ. Ο προδιατεθημένος να συγκινηθεί, να ξέρεις, είναι και αυτός που αξιοποιεί τς πληροφορίες των εισαγωγών.
Καλές γιορτές.

γεράσιμος μπερεκέτης είπε...

Και αισθάνομαι την ανάγκη να προσθέσω κάτι. Αυτός που προλόγισε την συναυλία που αναφέρεσαι είναι καλός μου φίλος. Εγώ τον προέτρεψα να προλογίσει. Επίσης, έφαγα κάτι μέρες για να γράψω τα εισαγωγικά σημειώματα του προγράμματος της συναυλίας. Δεν είναι ότι δεν αξιολογώ την σημασία τους. Την βρίσκω ουσιαστική, εφόσον γεννηθεί η συγκίνηση στον ακροατή, συγκίνηση που γεννήθηκε πρώτιστα από τα έργα και από τον ερμηνευτή. Τότε "δένει", που λέμε το πράγμα.

Αλέξανδρος Ζήβας είπε...

Αποκωδικοποίηση....: θρησκειών, μυθολογιών, ψυχής, σιωπής,.....
Σχηματοποίηση λόγου, κοσμογονία, θεογονία,.....
URL : www.siopi.gr
Γεια.....

οι παχουλές αναρτήσεις (όσο τις διαβάζετε τόσο παχαίνουν)