Σάββατο, Απριλίου 09, 2005

ΓΚΕΛ-ΓΚΕΛ ΚΑ'Ι'ΚΣΗ

Παλιά, το ’81, είχα πιάσει δουλειά σε ρεμπετάδικο. Έπαιζα μουζούκι και τραγουδούσα. Τότε δύο-τρία υπήρχαν εκεί γύρω στην Ιπποκράτους. Εγώ έπαιζα, πιο πολύ Μάρκο, Μπάτη, Γιοβάν-Τσαούς. Και επειδή δεν μου άρεσαν τα «αισθηματικά» του ρεπερτορίου, απέφευγα τα «γκελ-γκελ καϊκσή» και τα συμπαραμαρτούντα οιμώζοντα. Αν τα ζητούσε κάποιος, καλυπτόμουν από το ότι «δεν δεχόμεθα παραγγελίες» και πιστός σε αυτόν τον κανόνα, για να προφυλάσσομαι, δεν δεχόμουν να παίξω επί παραγγελία ούτε το «βάρκα μου μπογιατισμένη» που μου άρεσε πολύ. Νευρίαζα, μάλιστα, όταν κάποια παρέα ψιλοκουβέντιαζε, και αντί να δυναμώνω τη φωνή και το παίξιμο, χαμήλωνα, χαμήλωνα, τόσο που το καταλάβαιναν και ησύχαζαν. Γιατί παίζαμε χωρίς μικρόφωνα, όχι λόγω κουλέρ λοκάλ, αλλά από φτώχεια του μαγαζιού. Στο τέλος του προγράμματος έλεγα και κανα-δυό αμανεδάκια. Δωδεκάμιση το πρόγραμμα λάβαινε τέλος, έχοντας αρχίσει στις δέκα, και με ημίωρον διάλειμμα στις έντεκα παρακαλώ. Μεροκάματο, ένα χιλιάρικο. Ο μισθός καθηγητή γυμνασίου τότε ήταν 11.000 δραχμές, σήμερα είναι 1000 ευρώ, πες λοιπόν ότι το μεροκάματο που έπαιρνα ήταν σημερινά 100 ευρώ. Καλά λεφτά για νεαρό.
Απέφευγα τα αισθηματικά λοιπόν και τι απέμενε; Τα χασικλήδικα. Δε φουμαίρνω, δε βαράω, απλώς είναι ωραία παιδικά τραγουδάκια και τα πάω. Είχε πέσει σύρμα λοιπόν, ότι στο Μ……..ι παίζουνε βαριά. Σουξέ μεγάλο είχε το «Ρε ‘ν’ από πίσω απ’ τη στρατώνα». Όμως αφουγκραζόμουν όλο και πιο πυκνά την απειλή μιας παραγγελιάς του «καϊκσή» και παράλληλα είχα αρχίσει να νιώθω μέσα μου το έμβρυο της ενδοτικότητας να δίνει της πρώτες χαριτωμένες του κλωτσίτσες.
«Θα τους κάνω το χατήρι και θα το παίξω το ρημάδι, να πάει στο διάολο. Αύριο το πρωί που θα ξυπνήσω, θα το μελετήσω καλά και το βράδυ θα το παίξω».
Με τα πολλά μετά από εξάμηνη καριέρα, τα μάζεψα και έφυγα για να αφοσιωθώ στις μουσικές αναδιφήσεις μου. Έκανα που και που μεροκάματα και είχα την ησυχία μου. Όμως παρακολουθούσα τη «μουσική σκηνή» των ρεμπετάδικων και τα έβλεπα που λίγο-λίγο γίνονταν λαϊκάδηκα. Το «γκελ-γκέλ καϊκσή» θα πρέπει γύρω στο ‘85 να παιζόταν ταυτόχρονα σε 5 από τα 15 ρεμπετάδικα που είχαν εν τω μεταξύ ξεφυτρώσει. Και το ‘95 πια, που όλος ο κόσμος ήταν πάνω στα τραπέζια, αισθανόμουν πανευτυχής που τη γλίτωσα τόσο νωρίς και ανέξοδα.
Ταλφινέλ, αγαπητέ μου, μη τα πολυλογώ. Όταν είδα το μπλογκ μου «προτεινόμενο» και σε δικό σου, αλλά και σε παλιότερο δημοσίευμα του Νίκου Ξυδάκη-και ομολογώ ότι σας εκτιμώ αμφοτέρους-ομολογώ ότι κολακεύτηκα. Αλλά να, την ίδιαν ώρα διαβάζοντας το bereketis.com στην εφημερίδα, σα να άκουσα από τα παλιά ένα ψίθυρο: «Παίξε τον καϊκσή».

3 σχόλια:

Taflinel είπε...

Πάνε 3-4 χρόνια που σε κάποιο από τα πολύωρα encore του Μάλαμα, πρωτάκουσα την "Υπόγα" και ήταν κεραυνοβόλος o έρως. Ο Σωκράτης ήταν τυχερός γιατί πρόλαβε και τ' άκουσε ζωντανά απ' τον Κατσαρό.

Παίξε καλύτερα αυτά που θες κι εγώ απλώς θ' ακούω. Θαρρώ πως θα μ' αρέσουν περισσότερο...

Ανώνυμος είπε...

Πολύ ζήλεψα με τις νυχτερινές σου διαδρομές και εικόνες. Πάρα πολύ

ξ

Συνομήλικος μουσικός που τον τρέφουν τα ρεμπέτικα είπε...

Μπορεί να μην είναι χασικλίδικο και βαρύ. Μπορεί να είναι ερωτιάρικο μπολεράκι. Αλλά ρε ευλογημένε χάθηκε να σου κολλήσουν τίποτα "δαχτυλίδια";
Τον "καϊκτσή" τον λατρεύω. Τον αγάπησα απ' την πρώτη φορά που τον ακουσα και συνεχίζω μετά από είκοσι και πλέον χρόνια να τον παιζοτραγουδάω σε "ρε" και να γδέρνω το λαρύγγι μου. Για να μη μιλήσω για το χιτζαζ - βαλσάκι "Ας μη ξημέρωνε ποτέ" επίσης από "ρε" που με τσακίζει.
(τους τόνους τους αναφέρω γιατί τα τραγούδια αυτά σαν τέτοια που είναι απαιτούν κατα τη γνώμη μου το βάσανο του τραγουδιστή)
Βέβαια το τι γουστάρουμε και τι όχι και κυρίως το γιατί (μιας και σου αρέσει ο Εμπειρίκος) είναι τεράστια ιστορία. Απλα postάρω αυτό το σημείωμα γιατί "ο καϊκτσής" είναι μια απ' τις αδυναμίες μου.
Να' σαι καλά

οι παχουλές αναρτήσεις (όσο τις διαβάζετε τόσο παχαίνουν)